Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Αυτό είναι το σχέδιο για το come back της ΕΒΖ

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΓΚΙΤΣΗ
Η ιστορία των ελληνικών ζαχαρουργείων, από το μακρινό 1842, οπότε και ιδρύθηκε το πρώτο κοντά στο χωριό Kαινούργιο της Λοκρίδας, ύστερα από σύμβαση που υπέγραψε το 1839 το Eλληνικό Δημόσιο με γαλλοβελγική εταιρεία, μέχρι τις ημέρες μας, δεν ήταν εύκολη. Αντιθέτως. Το πρώτο ζαχαρουργείο χρεοκόπησε, ενώ ανάλογη τύχη είχε και το Σακχαροποιείον Xρηστάκη B. Zωγράφου στη Λαζαρίνα της Θεσσαλίας, το οποίο λόγω του σκληρού ανταγωνισμού από την εισαγόμενη ζάχαρη λειτούργησε μόλις 16 χρόνια και έκλεισε το 1909.
Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης, η οποία μπορεί αισίως να έκλεισε τα 56 χρόνια ζωής της (σ.σ.: ιδρύθηκε στις 9 Μαΐου του 1960), ωστόσο το μέλλον της κρέμεται από μια "κλωστή". Αμαρτίες παρελθόντων ετών, ατασθαλίες δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ για τις οποίες έχει επέμβει και εισαγγελέας, πελατειακές σχέσεις στο τρίγωνο πολιτική, διοίκηση, εργαζόμενοι, ναπολεόντειες συμβάσεις με φίλους και γνωστούς, σκιαγραφούν το πλαίσιο πάνω στο οποίο λειτούργησε η ΕΒΖ. Μοντέλο το οποίο προσομοιάζει περισσότερο με ίδρυμα..."αναξιοπαθούντων" και φυσικά πολύ
λιγότερο με επιχείρηση και δη εισηγμένη στο Χρηματιστήριο (εδώ και κάποιους μήνες βρίσκεται σε επιτήρηση και ο τίτλος της δεν διαπραγματεύεται).
Κι όμως αυτή η εταιρεία, που έπαιζε "μπάλα" μόνη της στην εγχώρια αγορά ζάχαρης, πριν απεμπολήσει αυτό της το "δικαίωμα", το οποίο παραχώρησε χωρίς αντίτιμο στον διεθνή εισαγόμενο ανταγωνισμό, είχε, και για κάποιους εξακολουθεί να έχει, το δυναμικό και τη δυνατότητα να κάνει την έκπληξη και να επιστρέψει δριμύτερη στην αγορά. Το εγχείρημα δύσκολο, κάτι που αναγνωρίζει και η διοίκησή της, αλλά όχι ακατόρθωτο, όπως αναφέρουν και παράγοντες της αγοράς. Βέβαια το αν η ΕΒΖ -που συνδέει την πρωτογενή παραγωγή με τη μεταποίηση να αποτελέσει εκείνο το case study επιχείρησης που συνδέει την πρωτογενή παραγωγή με τη μεταποίηση για την επόμενη ημέρα της χώρας- θα καταφέρει να γυρίσει ή θα οδηγηθεί στην πλήρη απαξίωση, θα κριθεί το επόμενο διάστημα.
Το οριστικό κλείσιμο της συμφωνίας με την Τράπεζα Πειραιώς για την αναδιάρθρωση των υπέρογκων δανειακών της υποχρεώσεων (σ.σ.: σχετικές αποφάσεις αναμένονται στα τέλη του μήνα) είναι σίγουρα κομβικής σημασίας. Και αυτό γιατί αφενός η εταιρεία διευθετεί ένα μεγάλο βάρος της, ύψους 150 εκατ. ευρώ, ενώ παράλληλα δέχεται και μια ένεση συνολικής ρευστότητας. Αυτό όμως δεν αποτελεί το μεγαλύτερο ζητούμενο. Αυτό που χρειάζεται η εταιρεία είναι ένα βιώσιμο επιχειρηματικό σχέδιο άμεσα, όχι μόνο για το μέλλον της βιομηχανίας αυτής καθ' αυτής, αλλά και για την τευτλοπαραγωγή. Κάτι που γνωρίζουν καλύτερα απ' όλους, οι παραγωγοί της, οι εργαζόμενοι της, η κυβέρνηση και φυσικά η διοίκησή της, η οποία δουλεύει πάνω σε αυτό.

Στόχος να ξαναγεννηθεί η τευτλοκαλλιέργεια
"Όλη η προσπάθειά μας είναι να στηρίξουμε αυτή την προσπάθεια, για να μπορέσει να ξαναγεννηθεί η τευτλοκαλλιέργεια στην Ελλάδα» λέει στην "Αυγή" ο πρόεδρός της Χρήστος Ρώσσιος. Αυτό που χρειάζεται, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη και η αξιοπιστία γενικότερα και με τους τευτλοπαραγωγούς ειδικότερα. Ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι η αποπληρωμή των παραγωγών. Όπως έχει γίνει ήδη γνωστό, με την υπογραφή της σύμβασης με την Τράπεζα Πειραιώς για την αναδιάρθρωση των δανείων της ΕΒΖ, θα αποδεσμευτούν τα πρώτα 5 εκατ. ευρώ από την τράπεζα, τα οποία θα διατεθούν για την αποπληρωμή των τευτλοπαραγωγών. Το ποσό αυτό έρχεται να προστεθεί στο 1 εκατ. ευρώ που διατέθηκε στους τευτλοπαραγωγούς πριν από λίγο διάστημα και το οποίο η εταιρεία εξασφάλισε από τα διαθέσιμά της.
Απώτερος στόχος, πέρα από το προφανές, να πληρωθούν οι παραγωγοί προκειμένου η εταιρεία να επιτύχει τον στόχο της που είναι η αύξηση της τευτλοπαραγωγής (σ.σ.: η παραγωγή να ξεπεράσει τα 120.000 στρέμματα από 59.000 στρέμματα που καλλιεργούνται σήμερα), ώστε την επόμενη χρονιά να λειτουργήσει και το εργοστάσιο των Σερρών (σ.σ.: σήμερα λειτουργούν τα εργοστάσιο στο Πλατύ Ημαθίας και στην Ορεστιάδα).
Βέβαια για να γίνει αυτό, τα πρώτα 5 εκατ. ευρώ που θα εκταμιεύσει η Τράπεζα Πειραιώς μπορεί να αποτελούν μια καλή μαγιά, δεν λύνουν όμως το πρόβλημα και δη το χρηματοοικονομικό, τη στιγμή μάλιστα που οι οφειλές της επιχείρησης σε ΤΡΑΙΝΟΣΕ, ΔΕΠΑ κ.ά., εξαιρουμένων των δανείων της, προσεγγίζουν τα 29 εκατ. ευρώ. Οφειλές που θα μπορούσαν εν δυνάμει να καλυφθούν από την πώληση των εργοστασίων στη Σερβία. Πληροφορίες της "Αυγής" αναφέρουν πως η πώληση θα γίνει μέσω διεθνούς διαγωνισμού και το τίμημα, ένα μέρος του έως 25 εκατ. ευρώ, θα πάει για την εξυπηρέτηση των δανείων της στην Τράπεζα Πειραιώς και το επιπλέον ποσό στην εταιρεία.
Πέρα από το σκέλος των οφειλών, κομβικό σημείο αποτελεί και η λειτουργική ανασυγκρότησή της και δη το πως θα τρέξει το καθημερινό business.
«Αυτό που θέλουμε» λέει στην Αυγή ο κ. Ρώσσιος "είναι να εξορθολογίσουμε το λειτουργικό κόστος της επιχείρησης ώστε η εταιρεία το 2017 να εμφανίσει λειτουργικά κέρδη». Ο εξορθολογισμός του κόστους περιλαμβάνει το μισθολογικό, χωρίς να διαταραχθούν οι σχέσεις με τους εργαζόμενους, όπως επισημαίνει ο κ. Ρώσσιος, αξιοποίηση του προσωπικού, πληρωμή των τεύτλων χωρίς ξένες ύλες, συντήρηση εργοστασίων με τιμές αγοράς ακόμη και μείωση του λειτουργικού κόστους από τη μετακίνηση των γραφείων σε άλλο κτήριο.
Σήμερα το μέσο μισθολογικό κόστος για την επιχείρηση ανέρχεται στα 47.800 ευρώ, αν και υπάρχουν και κάποιες περιπτώσεις όπου το μέσο μισθολογικό κόστος φθάνει τα 60.000 ευρώ. Με βάση την πρόταση που υπάρχει και φέρεται να έχουν αποδεχθεί οι εργαζόμενοι της επιχείρησης οι μειώσεις θα κινούνται μεσοσταθμικά στα επίπεδα του 35%, ενώ το συγκεκριμένο μέτρο δεν θα εφαρμοστεί σε όσους λαμβάνουν μισθό 1.000 ευρώ. Σε όσους εφαρμοσθεί η μείωση, ακόμη και αν αυτή αγγίξει το 50%, με βάση τους υπολογισμούς που έχουν γίνει το 70% των εργαζομένων θα απολέσει μηνιαίες αποδοχές 160 ευρώ και αυτό γιατί η μείωση θα επηρεάσει κυρίως τις φορολογικές και εργοδοτικές εισφορές. Ακόμη όμως και για την περίπτωση των 60.000 ευρώ η τελική επιβάρυνση θα είναι της τάξεως των 400 ευρώ, ενώ η εταιρεία θα μειώσει το εργατικό κόστος συνολικά κατά 44%. Στο σκέλος των παραγωγών, η διοίκηση της εταιρείας ήρθε σε συμφωνία μαζί τους για μείωση της τιμής κατά 2 λεπτά, ενώ αποφασίσθηκε να γίνεται αντικειμενικός προσδιορισμός του βάρους προκειμένου η εταιρεία να μην πληρώνει ξένες ύλες (όπως χώματα, λάσπες, κ.ά.), που φθάνουν το 20% του βάρους. Επίσης η διοίκηση προχωρά σε εξορθολογισμό του κόστους συντήρησης των εργοστασίων της. «Είδαμε τιμές εξωπραγματικές. Ένας ιδιώτης δεν θα πλήρωνε αυτές τις τιμές», λέει ο κ. Ρώσσιος.
Απώτερος στόχος να πέσει το μέσο κόστος προκειμένου η εταιρεία να μην παράγει προϊόν που της στοιχίζει 780 ευρώ (μέση τιμή τόνου το 2015), από 530 ευρώ που ήταν η τιμή πώλησης και 430 ευρώ που είναι σήμερα η τιμή εισαγόμενης ζάχαρης που φθάνει στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.
«Δεν μπορεί να έχεις τέτοια κόστη», λέει ο κ. Ρώσσιος, και συνεχίζει: «Όπου υπάρχει καπνός από κάτω υπάρχει φωτιά, και εμείς θα τη σβήσουμε αυτή τη φωτιά».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.